Λυπούμαστε, αλλά τα λεξικά μας δεν ξέρουν να μεταφράζουν προτάσεις!
Το WordReference προσφέρει διαδικτυακά λεξικά, όχι λογισμικό μεταφράσεων. Παρακαλούμε, αναζητήστε μία μία τις λέξεις (μπορείτε να τις κλίκαρετε παρακάτω) ή κάντε μια ερώτηση στα φόρουμε εάν χρειάζεστε άλλη βοήθεια.
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο established παρατίθεται στη συνέχεια.
Δείτε επίσης:
in |
an |
manner
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
established adj (order: existing) καθιερωμένος μτχ πρκ υφιστάμενος μτχ πρκ People often accept the established order without question. Ο κόσμος συχνά αποδέχεται την καθιερωμένη κατάσταση χωρίς αμφισβήτηση. established adj (company) αναγνωρισμένος μτχ πρκ καταξιωμένος μτχ πρκ (καθομ, μεταφορικά: δουλειά ) στρωμένος μτχ πρκ The bank is happy to lend money to established businesses that are doing well. Η τράπεζα δανείζει πρόθυμα χρήματα σε αναγνωρισμένες επιχειρήσεις που ευδοκιμούν. established adj (proven) καθιερωμένος, θεμελιωμένος μτχ πρκ αποδεδειγμένος, εμπεριστατωμένος μτχ πρκ We have to work on the basis of established knowledge on the subject. Θα πρέπει να εργαστούμε πάνω στο θέμα με βάση τις αποδεδειγμένες γνώσεις. established adj (person: respected) καταξιωμένος μτχ πρκ The lecturer is an established authority on this subject.
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
establish [sth] ⇒ vtr (create) ιδρύω ρ μ (πολιτική ) εγκαθιδρύω ρ μ He decided to establish a hospital for sick children. Αποφάσισε να ιδρύσει νοσοκομείο για παιδιά. ⓘ Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η Κυπριακή Δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε με τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου.establish [sth] vtr (install) ιδρύω ρ μ (υποκατάστημα, επιχείρηση ) ανοίγω ρ μ The chain decided to establish a restaurant in every major city in the US. Η αλυσίδα αποφάσισε να ανοίξει εστιατόρια σε κάθε μεγάλη πόλη των ΗΠΑ.
Επιπλέον μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
establish [sth] ⇒ vtr (make recognized) καθορίζω ρ μ καθιερώνω ρ μ First, they had to establish the rules. Πρώτα, έπρεπε να καθορίσουν τους κανόνες. establish [sth] vtr (make happen) επιβάλλω ρ μ The police established order in the city. Η αστυνομία επέβαλε την τάξη στην πόλη. establish [sth] vtr (promulgate) διακηρύσσω, κοινοποιώ, γνωστοποιώ ρ μ The miner staked out his site, to establish his claim. Ο μεταλλευτής οριοθέτησε με πασσάλους το οικόπεδό του, για να γνωστοποιήσει τη διεκδίκησή του. establish [sth] vtr (demonstrate, prove) εξακριβώνω, διαπιστώνω ρ μ (παρουσιάζω στοιχεία ) αποδεικνύω ρ μ καταδεικνύω ρ μ The police had to establish whether the man was dead or if he was just missing. Η αστυνομία έπρεπε να εξακριβώσει (or: διαπιστώσει) εάν ο άντρας ήταν νεκρός ή αν απλά αγνοείτο. establish [sth] vtr (form: a relationship) δημιουργώ ρ μ (μεταφορικά ) καλλιεργώ ρ μ